ΟΙ ΑΠΟΓΟΝΟΙ

Ένα μικρό δείγμα της ιστορίας
…….
ΕλλάδαΑπρίλιος 2006
Η Χριστίνα περπατούσε βιαστικά με το μακρύ μπλε φόρεμα να μπλέκεται στα πόδια της, αλλά δεν την ένοιαζε, το είχε συνηθίσει. Η μακριά μαντίλα στο κεφάλι της, ήταν τόσο μεγάλη που έφερνε μια στροφή γύρω απ’ το λαιμό της και σκέπαζε και το στόμα της. Παρόλο που ο καιρός ήταν αρκετά ζεστός για μήνα Οκτώβρη, την είχε τραβήξει για να τη χρησιμοποιήσει σα παρωπίδα, ώστε να μη βλέπει τριγύρω το άγονο τοπίο, όπου ήξερε ότι υπήρχαν τάφοι σκαμμένοι στα πρανή του απέναντι λόφου.
Εκεί, στο ύψωμα, υπήρχε ακόμα ο σταυρός όπου είχαν σταυρώσει το Ναζωραίο και ο τάφος του, με το βράχο μετακινημένο παράμερα, έχασκε άδειος και σκοτεινός. Κανείς δεν είχε πλησιάσει μετά την εξαφάνιση του σώματος. Άλλοι από φόβο, άλλοι από δέος, κανείς δεν είχε τολμήσει  να κλείσει το τάφο, παρόλο που είχαν περάσει επτά ολόκληροι μήνες απ’ την φήμη που είχε κυκλοφορήσει ότι αναστήθηκε.
Και η ίδια φοβόταν. Κάθε φορά που έπρεπε να βγει απ’ τα τείχη, ένοιωθε ρίγος και μόνο στην ιδέα ότι θα περάσει απόκει, όσο μακριά κι αν ήταν ο λόφος απ’ την πόλη.
Πλησίαζε στη πύλη, του δυσθεώρητου τείχους με τις πολεμίστρες, όταν άκουσε κάποιον να τη καλεί με το όνομα της. Γύρισε για να αντικρίσει έναν ηλικιωμένο άνδρα με λευκό ράσο. Στο στήθος του υπήρχε ένας κόκκινος σταυρός και στο κεφάλι του φορούσε ασημόλευκη καλύπτρα. Είχε μακριά γκριζαρισμένα μαλλιά και γένια που σκέπαζαν το στέρνο του και κρατούσε ευλαβικά στα χέρια του, σκεπασμένο με βαμβακερή κουβερτούλα, ένα βρέφος.
Της το πρότεινε κι εκείνη το πήρε ακούσια στα χέρια της.
«Φρόντισε το! Το λένε Ζακ…» της είπε εκείνος κι έφυγε.
Η Χριστίνα το είδε που της χαμογελούσε κι ένιωσε συγκίνηση.
Σοκαρισμένη αναδεύτηκε στον ύπνο της και ξύπνησε.
Τι παράξενο όνειρο!!
Άνοιξε τα μάτια της για να αντικρίσει τα ηλεκτρονικά ψηφία του ρολογιού στο κομοδίνο της, που την ενημέρωνε ότι ήταν έξη και μισή το πρωί.
Μια απρόσκλητη τάση για εμετό τη ξεσήκωσε και βιαστικά, χώθηκε στη τουαλέτα.
Δεν ήταν η πρώτη φορά που είχε πρωινούς εμετούς. Τη τελευταία βδομάδα, αναγκάστηκε να σκύψει πάνω απ’ το νιπτήρα τρεις φορές.
Αναρωτήθηκε αν το όνειρο της, είχε κάποια σχέση με τη κατάσταση της.
Μπορεί το υποσυνείδητο της, να προσπαθούσε να την αφυπνίσει αφού είχε ήδη καθυστέρηση στη περίοδο της, δυο μήνες, αλλά δεν ήθελε να παραδεχτεί ότι, μετά το πρόσφατο χωρισμό της απ’ τον Ιάκωβο, ανακάλυψε ότι είναι έγκυος απ’ αυτόν. Δεν ήθελε να αναγκαστεί να γυρίσει κοντά του, εξαιτίας μιας εγκυμοσύνης, αλλά αποφάσισε να επισκεφθεί κάποιο γιατρό  για μια επιβεβαίωση.
Μπήκε ξανά στη κρεβατοκάμαρα και ντύθηκε. Στο μυαλό της τριγυρνούσε το όνειρο που είδε, σαν κάτι παράδοξο, αδυνατώντας να συνδυάσει τη πιθανή εγκυμοσύνη της, με τα τείχη, το σταυροφόρο, τη σταύρωση του Ιησού και την αμφίεση της, ακόμα και με την ημερομηνία, που πλανιόταν στο υποσυνείδητο της, χωρίς να εκφραστεί
Παρασκευή 13 Οκτωβρίου…!!
…….
…ο Ιάκωβος, γύρισε σελίδα στο ημερολόγιο που είχε πάνω στο γραφείο του.
Η ημερομηνία που αντίκρισε, παρόλο που την είχε δει άπειρες φορές στο παρελθόν, έφερε μια αλλόκοτη ανατριχίλα στη σπονδυλική του στήλη
…Παρασκευή 13 Οκτωβρίου 2006…
Συνειδητοποίησε ξαφνικά, μέσα από ένα περίεργο συνειρμό σκέψεων, ότι είχε τα γενέθλια του. Σήμερα έκλεινε τα σαράντα πέντε.
...........
…ξαφνικά, το μονοπάτι της μνήμης του, πέρασε απ’ την αναπόληση, σε ένα περίεργο κι αλλόκοτο ταξίδι, όπου το φως της ημέρας έσβησε αόριστα γρήγορα, δημιουργώντας γύρω του ένα σκοτάδι. Κάπου φεγγοβολούσε κάποιο περίεργο φως, που τρεμόπαιζε να σβήσει, σαν να το φυσούσε απαλό αεράκι. Οι φωνές των μαθητών του απ’ το προαύλιο, έγιναν μια κραυγή σαν αλλόκοτος ψίθυρος κάποιου όχλου που απλώθηκε τριγύρω του, μέσα στο σκοτάδι γεμάτος φόβο
…τον φόβο της προδοσίας
Ο Ιάκωβος βρέθηκε να περπατά σοκαρισμένος κι απορημένος, μ’ ένα φόβο στη ψυχή του, μέσα σαυτό το απρόσκλητο σκοτάδι, όπου στο φως του φεγγαριού και των δαδιών, έλαμψαν σπαθιά, ασπίδες, ελαφρές πανοπλίες και κοντάρια κι ακούγονταν ιαχές στρατιωτών και ο θόρυβος του ατσαλιού, που χτυπούσε πάνω σε ατσάλι καθώς μουσουλμάνοι στρατιώτες και ιππότες με λευκά ράσα, έδιναν μάχη σώμα με σώμα τριγύρω του.
Τοξότες σημάδευαν αδίστακτα και χωρίς οίκτο με τα βέλη τους, άοπλους καλόγερους, οι οποίοι έτρεχαν να σωθούν ψιθυρίζοντας με γουρλωμένα μάτια απ’ το τρόμο, προσευχές μέσα στο πανικό τους, μέχρι να τρυπήσει η αιχμή του βέλους την ευαίσθητη σάρκα τους. Οι ιππότες και οι στρατιώτες, τυφλωμένοι από το μένος της μάχης, στη προσπάθεια τους να επιβιώσουν απ’ τις κοφτερές λάμες των σπαθιών, των αντιπάλων τους, ποδοπατούσαν τους ανήμπορους τραυματίες που έμεναν να ξεψυχούν σιγά-σιγά και να αποκεφαλίζονται ή να ακρωτηριάζονται απ’ τα σπαθιά που στριφογυρνούσαν από πάνω τους.
Ο νους του Ιάκωβου, δεν ήθελε να παραδεχτεί τη σφαγή που γινόταν.
Στεκόταν πλάι σένα πηγάδι και κοιτούσε  τριγύρω του, στο τεράστιο προαύλιο χώρο, με φρίκη, λύπη κι απόγνωση, που δεν μπορούσε να σταματήσει με μια μαγική κίνηση αυτό το μακελειό. Ένιωθε ασήμαντος, μπροστά στο θάνατο που τον περιτριγύριζε! Δάκρυα έτρεξαν στα μάγουλα του
Μια ακόμα φωνή, που ήρθε στο νου του σαν ψίθυρος, κραύγασε.
«Ο βασιλιάς μας πρόδωσε
……….
…ο  Φιλίπ, ο Λουί και η Σιλβί, αναφώνησαν γελώντας μόλις είδαν τη τούρτα που έφερνε η Ζαν, με τα τρία κεράκια, σε μορφή γραμμάτων, ένα F, ένα L κι ένα S, αναμμένα.
Ο Φιλίπ ήξερε ότι δεν θα περνούσαν και φέτος τα γενέθλια τους, χωρίς ένα πάρτι «έκπληξη» όπως γινόταν κάθε χρόνο.
……….
…το τηλέφωνο χτύπησε. Απάντησε η Ζαν και σε λίγα λεπτά φώναξε τον Φιλίπ.
……..
…«Ο Ρομπέρ είμαι, Φιλίπ,» ακούστηκε η φωνή του ξαδέρφου του… «χρόνια πολλά..»
«Ρομπέρ!» αναφώνησε ο Φιλίπ και γύρισε προς τους φίλους και τα αδέλφια του, φωνάζοντας χαρούμενος, «παιδιά, είναι ο Ρομπέρ!»
«Τι κάνεις; Πάντα μας σκέφτεσαι παρ’ όλο που γιορτάζεις κι εσύ. Χρόνια πολλά και σε σένα…»
«Σ’ ευχαριστώ,» η φωνή του Ρομπέρ ακουγόταν σοβαρή σε σχέση με τη χαρούμενη χροιά του Φιλίπ. «Ξέρεις τι έχουμε σήμερα;» ρώτησε.
«Τα γενέθλια μας…» γέλασε ο Φιλίπ.
«Ναι, αλλά… και Παρασκευή…» τόνισε ο ξάδερφος του. Ο Φιλίπ, έχασε λίγο απ’ τη χαρούμενη διάθεση του.
«Τι εννοείς; Πρώτη φορά είναι;»
«Συνήθως κάθε έξι χρόνια, πέφτει ολόκληρη η ημερομηνία γέννησης,» είπε ο Ρομπέρ.
«Τι προσπαθείς να μου πεις;» ρώτησε προβληματισμένος ο Φιλίπ.
«Δεν είχες σήμερα κάποιο περίεργο περιστατικό;»
«Όχι! Τι εννοείς «περίεργο»;» Ο Ρομπέρ δεν απάντησε αμέσως.
«Τίποτα! Ξέχασε το! Χρόνια πολλά και πάλι!»

ΣΥΓΓΡΑΦΗ ΚΑΙ ΕΜΠΕΙΡΙΑ

Το να γράψεις ένα μυθιστόρημα δεν είναι τόσο εύκολο, αλλά ταυτόχρονα είναι τόσο εύκολο όσο η αναπνοή.

                                                     ΜΙΑ  ΑΠΡΟΣΔΟΚΗΤΗ  ΙΔΕΑ
Ήταν  αργά  το  βράδυ  και  καθόμουν  στη  βεράντα  με  το  σύντροφο  μου, μ’ ένα  ποτό  και  ξηρούς  καρπούς  και  φιλοσοφούσαμε.
Το  κάναμε  συχνά  αυτό. Μιλούσαμε  για  διάφορα  πράγματα, για  τη  πολιτική, τη  θρησκεία, την  οικογένεια. Kάποιες  φορές, ανασύραμε  αναμνήσεις  από  τις  διακοπές  μας  στα  νησιά, τις  γκάφες  μας  και  τις  περιπέτειες  μας.
Εκείνο  το  βράδυ  όμως  ήταν  διαφορετικό. Εκείνη  τη  νύχτα, οι  λέξεις  γέννησαν  απροσδόκητα  μια  ιδέα  στο  μυαλό  μου, που  γιγαντώθηκε  ξαφνικά  και  γρήγορα.
Μια  ιδέα  ακαθόριστη, χωρίς  υπόσταση, σαν  ένας  πίδακας  νερού  που  βρήκε  μια  σχισμή  στο  νου  και  ξεχύθηκε  σαν  ποτάμι  από  λέξεις  χωρίς  νόημα  για  να  φτάσει  να  δημιουργήσει  μια  λίμνη, μια  όαση  γεμάτη  ποίηση, φαντασία, όνειρο.
Άρχισα  να  γράφω. Η  ιδέα  έπαιρνε  υπόσταση  καθώς  οι  λέξεις  πληρούσαν  τις  γραμμές  του  τετραδίου. Οι  σελίδες  γέμιζαν  χωρίς  πολύ  σκέψη, αβίαστα  κι  αυθόρμητα, διάφορες  φράσεις  ανακατεμένες, διάφορες  παράγραφοι, μ’ ένα  αστεράκι  ενδιάμεσα  για  να  τις  ξεχωρίζω. Έγραφα  ότι  ξεπηδούσε  απ’ το  μυαλό  μου, ένα  συνονθύλευμα  από  αλήθειες, ψέματα, κυνικότητα, καθημερινότητα, αυτοσαρκασμό.
Λέξη-λέξη, ταξίδευα  κι  εγώ  μαζί  με  τον  ήρωα  μου  σε  μέρη  μακρινά, ταυτιζόμουν  σε  ότι  έκανε, μπλεκόμουν  μαζί  του  στις  περιπέτειες, πονούσα  μαζί  μ’ αυτόν, γελούσα  μαζί  μ’ αυτόν, έκανα  διάλογο  με  τους  γνωστούς  του  και  τους  φίλους  του. Πολλές  φορές  έπιανα  τον  εαυτό  μου  να  μονολογεί, προσπαθώντας  να  βρει  τις  κατάλληλες  λέξεις  που  θα  βγάλουν  την  ένταση  του  συναισθήματος  σε  ότι  βομβάρδιζε  το  μυαλό  μου  και  το  κατέγραφα, όσο  ασυνάρτητο  κι  ασύνδετο  με  τη  ροή  της  ιστορίας, μου  φαινόταν  εκείνη  τη  στιγμή.
Η  ιστορία  ζωντάνεψε  κι  άρχισε  να  με  καθοδηγεί  όταν  έχανα  τον  προσανατολισμό  μου. Μέσα  στο  νου  μου, υπήρχε  ένας  αόρατος  υποβολέας, που  μου  υποδείκνυε  και  μου  υπαγόρευε.
Και  ξαφνικά  έπεσα  στο  απόλυτο  κενό. Κοίταξα  το  γραπτό  μου  στο  σημείο  που  είχα  σταματήσει  την  προηγούμενη  και  ένιωθα  πως  άνοιξα  το  κουτί, του  νου  και  μέσα  δεν  υπήρχε  τίποτα  για  να  αγγίξω  παρά  ένα  σκοτεινό  απύθμενο  βάθος.Τις  επόμενες  μέρες  περιφερόμουν  στο  σπίτι  σαν  ζωντανή-νεκρή, κάνοντας  τις  δουλειές  μηχανικά  κι  έχοντας  στο  μυαλό  μου  μόνο  την  τελευταία  φράση  να  παίζει  ξανά  και  ξανά  στο  μυαλό  μου  σαν  χαλασμένο  γραμμόφωνο  που  κόλλησε  σ’ ένα  στίχο. Δεν  μπορούσα  να  το  πιστέψω. Το  μυαλό  μου, μετά  από  έναν  μαραθώνιο  ανάμεσα  στους  στενούς  διαδρόμους  ενός  λαβύρινθου, έπεσε  σε  αδιέξοδο, μ’ έναν  τοίχο  να  υψώνεται  μπροστά  του.
Άνοιξα  το  τετράδιο  κι  άρχισα  να  διαβάζω  ότι  είχα  γράψει, μήπως  και  φανεί  ξανά  εκείνη  η  λάμψη  που  μ’ έκανε  να  ξεκινήσω  αυτό  το  φανταστικό ταξίδι  κι  ανακάλυψα  ότι  μετά  από  πέντε  μήνες, το  χειρόγραφο  ήταν  ένας  κυκεώνας  από  ασύνδετες  σκέψεις  και  παραπομπές  από  σελίδα  σε  σελίδα. Αποφάσισα  να  βάλω  τάξη  και  ξεκίνησα  να  γράφω  στον  υπολογιστή  ακολουθώντας  το  μονοπάτι  των  παραπομπών. Ήταν  μια  οδύσσεια, αλλά  με  έκανε  να  νιώθω  μια  πρωτόγνωρη  πληρότητα  και  καθώς  έφτασα  στη  τελευταία  φράση, μετά  από  πολλές  μέρες, συνειδητοποίησα  ότι  η  πληρότητα  εκείνη  ήταν  αποτέλεσμα, της  αυτοεκτίμησης  που  ένιωθα  επειδή  δημιουργούσα  κάτι.
Όταν  το  εκτύπωσα  και  το  διάβασα  για  πρώτη  φορά  ολοκληρωμένο, χωρίς  τις  παραπομπές, που  μου  γρατζούνιζαν  το  μυαλό  σαν  τα  παράσιτα  στο  ραδιόφωνο, είδα  τις  ελλείψεις  και  τις  ανακατατάξεις  που  έπρεπε  να  γίνουν  για  να  διαβάζεται  καλύτερα  η  ιστορία.  Άλλαξα  τον  πρόλογο  δυο  φορές  και  μετέφερα  μερικές  παραγράφους  σε  άλλα  κεφάλαια  και  τότε  το  άδειο  κουτάκι  στο  νου  μου, γέμισε  ξανά, τόσο  που  ξεχείλισε.
Και  το  ταξίδι  ξεκίνησε  για  άλλη  μια  φορά  πιο  επιτακτικό. Όλα  έβγαιναν  πηγαία  σαν  να  τα  είχα  προγραμματίσει   μέσα  στο  μυαλό  μου. Πέρασε  ένας  χρόνος  κι  ακόμα  δεν  το  είχα  τελειώσει. Κάθε  φορά  που  έγραφα  κάτι, με  οδηγούσε  σε  κάτι  άλλο  που  με  γύριζε  πίσω, σε  άλλο  κεφάλαιο, σε  άλλη  παράγραφο, για  να  συμπληρώσω  κι  εκεί  κάτι  που  ήταν  απαραίτητο  για  τη  συνοχή, της  πλοκής  και  σ’ όλη  αυτή  τη  διαδρομή, συνέβαιναν  διάφορα  σχετικά  μ’ αυτό  που  έγραφα, όπως  μια  εκπομπή  στη  τηλεόραση, ένα  άρθρο  σ’ ένα  περιοδικό  ή  ένα  μήνυμα  από  ένα  site  στο  διαδίκτυο, μου  έδειχνε  κάτι  καινούργιο  που  το  προσέθετα  στα  κείμενα  μου. Σαν  να  είχε  συνωμοτήσει  το  σύμπαν  για  να  με  τροφοδοτήσει  με  πληροφορίες  που  θα  με  βοηθούσαν.
Όταν  έβαλα  τη  λέξη  «τέλος», μετά  από  τρία  χρόνια, δεν  πίστευα  ότι  είχε  περάσει  τόσος  καιρός. Κοίταξα  με  δέος  αυτό  που  δημιούργησα  κι  εκείνη  η  πληρότητα  που  είχα  νιώσει  παλιά, ξαναγύρισε  μαζί  με  την  αμφιβολία  αν  αυτό  που  έγραψα  ήταν  τελικά  καλό  ή  ανούσιο. 
 Όταν τελειώνω με κάποιο μυθιστόρημα, μένω "ερωτευμένη" με τον ήρωα αυτόν για μεγάλο χρονικό διάστημα, πριν "γεννήσω" κάποιον άλλο ήρωα.
Και η περιπέτεια αρχίζει απ' την αρχή και μαζί και η έρευνα και η δημιουργία!!